Η συζήτηση που άνοιξε μετά τη στάση της ΑΕΚ στο ζήτημα της παραμονής του Στεφάν Λανουά αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για εκείνους που σπεύδουν να την καταγγείλουν παρά για την ίδια την Ένωση.

Ξαφνικά, όσοι επί μήνες αντιμετώπιζαν με ειρωνεία τις διαμαρτυρίες της ΑΕΚ για τη διαιτησία, ανακάλυψαν ότι η ομάδα «εκτέθηκε» επειδή δεν ακολούθησε τη γραμμή που οι ίδιοι θεωρούσαν επιθυμητή.

Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Εκτεθειμένοι δεν είναι όσοι λαμβάνουν αποφάσεις με βάση τη δική τους αξιολόγηση των δεδομένων, αλλά όσοι πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να εργαλειοποιήσουν τις αντιδράσεις της ΑΕΚ και να την οδηγήσουν σε επιλογές που εξυπηρετούσαν ξένα συμφέροντα.

Όταν διαπίστωσαν ότι η παγίδα δεν έπιασε και ότι η ΑΕΚ επέλεξε να κινηθεί με βάση τη δική της στρατηγική, άρχισαν τα γνωστά περί αντιφάσεων, εκθέσεων και δήθεν πολιτικών αδιεξόδων.

Η αλήθεια είναι πως η απόφαση δεν ελήφθη εν θερμώ ούτε αποτέλεσε προϊόν στιγμιαίας έμπνευσης. Ο Μάριος Ηλιόπουλος είχε μπροστά του μια πλήρη εικόνα της κατάστασης, αποτέλεσμα παρακολούθησης, επαφών, αξιολόγησης προσώπων και συσχετισμών που διαμορφώθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια.

Όποιος βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων γνωρίζει περισσότερα από εκείνον που σχολιάζει απ’ έξω και κυρίως γνωρίζει ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι μιας αλλαγής και ποια τα όρια της υφιστάμενης κατάστασης. Η εκτίμηση ότι το σημερινό πλαίσιο, με όλες τις αδυναμίες του, είναι διαχειρίσιμο δεν σημαίνει αποδοχή ή ταύτιση.

Σημαίνει ότι κρίθηκε ως λιγότερο επικίνδυνο από ένα άγνωστο τοπίο που θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες ισορροπίες, ακόμη πιο δυσμενείς για τα συμφέροντα της ΑΕΚ.

Το παρασκήνιο που όλοι γνωρίζουν

Παράλληλα, η προσπάθεια ορισμένων κύκλων να παρουσιάσουν τις αντιδράσεις της ΑΕΚ ως προϊόν τοξικότητας ή ως μηχανισμό πίεσης προς τη διαιτησία καταρρέει μπροστά στα ίδια τα γεγονότα. Η ΑΕΚ δεν σταμάτησε ποτέ να υποστηρίζει ότι αντιμετώπισε ένα εχθρικό περιβάλλον και ότι χρειάστηκε να δώσει μάχες σε πολλά επίπεδα για να διασφαλίσει στοιχειώδεις ισορροπίες.

Το γεγονός ότι στο τέλος κατάφερε να φτάσει στην κορυφή δεν ακυρώνει όσα προηγήθηκαν. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει ότι χρειάστηκε να υπερβεί εμπόδια τα οποία οι αντίπαλοί της είτε αρνούνταν να δουν είτε επέλεγαν να υποβαθμίσουν.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αντίληψη πως ό,τι θεωρεί συμφέρον του ο σημερινός Ολυμπιακός δεν μπορεί αυτομάτως να θεωρείται συμφέρον και για την ΑΕΚ. Μπορεί κάποιοι να χλευάζουν αυτή τη λογική ως υπερβολική, ωστόσο όσοι παρακολουθούν το ελληνικό ποδόσφαιρο γνωρίζουν ότι οι επιδιώξεις ισχύος δεν αφήνουν περιθώρια για αφέλειες.

Όταν ένας οργανισμός λειτουργεί με όρους απόλυτης επικράτησης, κάθε επιλογή του αντιπάλου οφείλει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των συνεπειών που μπορεί να έχει για τον ίδιο. Η ΑΕΚ, επομένως, δεν είχε κανέναν λόγο να διευκολύνει μια διαδικασία την οποία άλλοι θεωρούσαν απαραίτητη για τους δικούς τους σχεδιασμούς.

Οι ισορροπίες αλλάζουν, οι συμμαχίες όχι πάντα

Την ίδια ώρα, οι εξελίξεις στον χώρο της διαιτησίας και οι συζητήσεις γύρω από πρόσωπα, προαγωγές και αποκλεισμούς αποδεικνύουν πόσο ρευστό παραμένει το παρασκήνιο. Πρόσωπα που κάποτε θεωρούνταν προστατευόμενα βρέθηκαν ξαφνικά στο περιθώριο, ενώ άλλοι φρόντισαν να προσαρμοστούν έγκαιρα στις νέες συνθήκες για να διατηρήσουν τη θέση τους στο σύστημα.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι οι ισορροπίες μεταβάλλονται συνεχώς και ότι κανείς δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη τη σημερινή εικόνα. Οι σχέσεις μεταξύ ισχυρών παραγόντων δεν διαμορφώνονται αποκλειστικά από τις ανάγκες της στιγμής και δεν αποκλείεται να επαναπροσδιοριστούν όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΑΕΚ δείχνει να επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να ενισχύσει τη θέση της χωρίς να εγκλωβίζεται σε ξένες ατζέντες. Οι κινήσεις της στην αγορά, οι επαφές με ισχυρά διεθνή δίκτυα εκπροσώπησης ποδοσφαιριστών και η ικανότητα να ολοκληρώνει δύσκολες μεταγραφικές υποθέσεις αποδεικνύουν ότι επιδιώκει να αυξήσει το ειδικό της βάρος σε όλα τα επίπεδα.

Και ίσως αυτό να είναι που ενοχλεί περισσότερο όσους έσπευσαν να μιλήσουν για «έκθεση». Διότι όταν μια ομάδα κατακτά τίτλους, διαμορφώνει τη δική της πολιτική και αρνείται να παίξει τον ρόλο που άλλοι της επιφυλάσσουν, τότε το πρόβλημα δεν είναι δικό της. Είναι όσων αδυνατούν να αποδεχθούν ότι οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει.